Καλό ταξίδι Θέμο

Καλό ταξίδι Θέμο

Ανείπωτος ο πόνος στην «οικογένειά» του στο ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ - Με συνταγή την αποκαλυπτική δημοσιογραφία, δημιούργησε το πιο επιτυχημένο έντυπο της τελευταίας 30ετίας - Γεννημένος αγωνιστής ο Θέμος Αναστασιάδης δεν τα κατάφερε αυτή τη φορά, σε μία άνιση μάχη με τον καρκίνο.

Είναι από τις στιγμές που παγώνει ο λόγος, το χέρι δεν πάει στο πληκτρολόγιο και το μυαλό παιδεύεται ανάμεσα στον πόνο και στο γεγονός, ανάμεσα στη σκληρή φύση της ζωής και την κρυφή προσδοκία ότι όλα είναι ψέματα, ανάμεσα στο αναπόδραστο και την άρνηση, τις αναμνήσεις και το δάκρυ. Είναι από τις «ειδήσεις» που δεν θες να έχεις ποτέ. Από τα κείμενα που εύχεσαι να μην αναγκαστείς να γράψεις. Και από τις ιστορίες που ελπίζεις να μην χρειαστεί να διηγηθείς.

Γεννημένος αγωνιστής και στις περισσότερες περιπτώσεις μεγάλος νικητής, ο Θέμος Αναστασιάδης δεν τα κατάφερε αυτή τη φορά, σε μία άνιση μάχη με τον καρκίνο. Μετά από ενάμιση χρόνο αναμέτρησης, άφησε την τελευταία του πνοή το βράδυ της Τρίτης 22 Ιανουαρίου.

Για όλους εμάς στο ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ, για όσους τον γνωρίσαμε σε εύκολες και δύσκολες εποχές, η απώλεια του Θέμου δεν είναι απλώς μία οδύνη, μία αβάσταχτη λύπη. Είναι σαν να ξεριζώνεται η ψυχή μας, να δοκιμάζονται οι αντοχές μας, να βυθιζόμαστε στο σκοτάδι. Ο Θέμος ήταν πολλά περισσότερα από τον εκδότη, τον συνάδελφο και το φίλο. Ήταν το φύσημα, το άγγιγμα, η έμπνευση, που έδινε ζωή, παλμό και νόημα σε έναν ολόκληρο δημοσιογραφικό οργανισμό και στον καθένα μας ξεχωριστά.

Ο Θέμος είχε το χάρισμα της ανθρώπινης επικοινωνίας και το αστείρευτο ταλέντο της δημιουργίας. Αυτά τα είχε από τη φύση του. Αλλά δεν έμενε σε αυτά. Συνάμα ήταν ακαταπόνητος, εργασιομανής και επιπλέον μπορούσε να ακούει. Όλους τους συνεργάτες του. Παλιούς και έμπειρους, αλλά και νέους και φουριόζους. Έπαιρνε από τον καθένα το καλύτερο. Και έδινε με τη σειρά του ό,τι καλύτερο είχε: Την εμπιστοσύνη και την ενθάρρυνση.

Δημιούργησε το ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ με μία χούφτα «απόκληρους» της δημοσιογραφίας και «εκτός συστήματος» την περίοδο του 2004-05, όταν κυριαρχούσαν στον τύπο κολοσσιαίας επιρροής και τερατώδους οικονομικής επιφάνειας εκδοτικά συγκροτήματα. Με συνταγή την αποκαλυπτική δημοσιογραφία και την ευχάριστη αφήγηση και έχοντας μαζί του το ίδιο με εκείνον αποφασιστικούς συνεργάτες, δημιούργησε το πιο επιτυχημένο έντυπο της τελευταίας 30ετίας. Δεν έμεινε εκεί. Λίγα χρόνια αργότερα τόλμησε το site που σήμερα κυριαρχεί στην εγχώρια ιντερνετική ενημέρωση. Και συνέχισε με το ραδιόφωνο και άλλα μέσα ενημέρωσης, που διαμορφώνουν τον πιο δυναμικά αναπτυσσόμενο δημοσιογραφικό οργανισμό, ακόμα και στις μέρες της πολλαπλής κρίσης στον ελληνικό τύπο.

Δεν άφηνε τίποτα στον αυτόματο πιλότο, δεν ήταν ο εκδότης παραδοσιακού τύπου, ούτε ο «επιχειρηματίας επόπτης». Έγραφε ο ίδιος σελίδες ολόκληρες, μιλούσε επί ώρες με τους δημοσιογράφους, παρακολουθούσε την παραμικρή λεπτομέρεια, έβαζε την πινελιά του σε όλα. Τον καθοδηγούσε ένα αλάνθαστο ένστικτο και μία εξαιρετικής ακρίβειας αντίληψη του κοινού νου. Μπορούσε να συμπυκνώσει και να αποτυπώσει μέσα σε ελάχιστο χρόνο σε έναν μεστό και ευρηματικό τίτλο, άπειρα νοήματα, πληροφορίες και μηνύματα.

Είχε πάντα την πόρτα του ανοιχτή. Κανείς δεν ζητούσε «ραντεβού» για να τον δει. Κυρίως όμως έβλεπε ο ίδιος και ήξερε όλους τους συνεργάτες του. Πήγαινε και καθόταν στα γραφεία και συνομιλούσε με τους πάντες. Ρωτούσε και άκουγε. Και έτσι διαμόρφωνε μία πιστή και σφαιρική εικόνα. Για όλους και για όλα.

Ο Θέμος κατάφερνε να συνδυάζει δύο στοιχεία, φαινομενικά αντίθετα και ασυμβίβαστα. Είχε «σκληρές» απόψεις, με γωνίες και χωρίς εκπτώσεις. Δεν ενδιαφερόταν να γίνει αρεστός και αποδεκτός, «στρογγυλεύοντας» αυτά που πίστευε. Ταυτόχρονα όμως μπορούσε να συζητάει, χωρίς να ταράζεται από τη διαφορετική άποψη. Δεν ένιωθε την παραμικρή ανασφάλεια όταν αμφισβητούσαν τις απόψεις του. Τουναντίον ενθάρρυνε τις διαφωνίες, για να δοκιμάσει τις αντοχές των δικών του επιχειρημάτων.

Συχνά και στα μάτια πολλών, ο Θέμος ήταν θύμα του μύθου του, της εικόνας του. Όσοι τον γνωρίσαμε από κοντά και συνεργαστήκαμε για περισσότερο ή λιγότερο καιρό, είδαμε έναν άνθρωπο ευαίσθητο, ευάλωτο και εύθραυστο. Όχι μόνο έναν άνθρωπο που κατανοούσε, αποδεχόταν και στήριξε. Αλλά και έναν άνθρωπο, που άνοιγε τα αυτιά, τα μάτια και την καρδιά του και επηρεαζόταν, πραγματικά, νοιαζόταν, επηρεαζόταν. Δεν ξεχνούσε ποτέ. Δεν εγκατέλειπε τίποτα και κανέναν. Με αστείρευτο χιούμορ, γελούσε με την καρδιά του, σάρκαζε και αυτοσαρκαζόταν. Κυρίως το δεύτερο. Χωρίς αναστολές και κόμπλεξ.

Παρότι είχε μία συστολή, που τον παίδευε και έναν αδιόρατο φόβο να ανοιχτεί, τελικά εκφραζόταν. Προτιμούσε μεν να είναι ψύχραιμος, αλλά φανέρωνε τα συναισθήματά του, με ένα γλυκό τρόπο. Και έκανε όλους να αισθάνονται ανάλογα. Ήταν το χαμόγελο που τον ξεχώριζε. Και τον έκανε αγαπητό. Όταν χρειάστηκε να «μετρήσει» την αγάπη και την εκτίμηση των συνεργατών του, κατάλαβε ότι αυτό ήταν αμοιβαίο.

Γεννημένος τον Ιανουάριο του 1958 στην Αθήνα ο Θέμος Αναστασιάδης, κατάλαβε από πολύ νωρίς τι θα έκανε. Σπούδασε μεν νομικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, αλλά γρήγορα τον κέρδισε η δημοσιογραφία. Εργάστηκε στο Βήμα, την Εξπρές, την Ελευθεροτυπία και την Καθημερινή, στην οποία διετέλεσε και διευθυντής. Πέρασε για λίγο από την ΕΡΤ, ενώ ήταν από τα πρώτα στελέχη του Αθήνα 9.84.

Γοητεύτηκε όμως και από την τηλεόραση. Αρχικά συνεργάστηκε με τον ΣΚΑΪ (είχε τα χιουμοριστικά talk show «Νοκ Άουτ» και «Μπίλιες»). Η μεγάλη τηλεοπτική επιτυχία ήλθε με την εκπομπή ΟΛΑ (στον ALPHA στην αρχή και μετά στον ΑΝΤ1).

Στα τέλη του 2004 καταπιάστηκε με το ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ, το οποίο κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 2005, για να εξελιχθεί σήμερα σε ένα μεγάλο δημοσιογραφικό όμιλο.

Είχε το ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ ως τη δεύτερη οικογένειά του. Δεν διανοούνταν τη ζωή του χωρίς αυτό. Το ομολογούσε και το παραδεχόταν. Αλλά δεν χρειαζόταν να κάνει κάτι ιδιαίτερο επ’ αυτού. Φαινόταν. Αλλά εξέπεμπε και μία αστείρευτη αγάπη για την πρώτη του οικογένεια. Την Βασιλική και τα τρία παιδιά του. Την Αλίκη, τον Βύρωνα και την Φιλιώ. Την αδελφή του Νταϊάνα και τον Σπύρο της.

Ο Θέμος Αναστασιάδης έφυγε από τη ζωή αφήνοντας πίσω του μία παρακαταθήκη. Μία κληρονομιά μάχιμης, αποκαλυπτικής και αιχμηρής δημοσιογραφίας. Ακόμα κι αν διαφωνούσε κανείς με τις απόψεις του, δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει ότι έβαλε τη δική του σφραγίδα στον ελληνικό τύπο. Ότι άνοιξε δρόμους. Δεν άρεσε σε όλους. Αλλά αυτό ήταν κάτι που τον ενέπνεε, σχεδόν τον συνέγειρε.

πηγή:ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ